Η σεζόν 2020-21 ήταν μια από τις πιο ”μαύρες” και ”άραχνες” στην ιστορία του Παναθηναϊκού. Το πείραμα του Αλαφούζου με Πογιάτος απέτυχε εξ ορισμού, ο ερχομός του Μπόλονι μπόρεσε μόνο για κάποια παιχνίδια να συμμαζέψει τα αποκαΐδια του Ισπανού, η χρονιά τελείωσε καταστροφικά με την 5η θέση και χαμένη ευκαιρία για έξοδο στην Ευρώπη και όλα το ”τριφύλλι” έμοιαζαν να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Μέσα σε όλη αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, ένας 20χρονος σέντερ φορ, προερχόμενος από τον Λεβαδειακό, ο Φώτης Ιωαννίδης, έβρισκε την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί την ανεπάρκεια των Καρλίτος και Μακέντα, να πάρει χρόνο συμμετοχής και να δείξει μέρος του ταλέντου του. Όλα αυτά, λίγο πριν ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς αναλάβει την τεχνική ηγεσία των ”πράσινων” και ανατείλει ξανά… ο Ήλιος για τον κόσμο του Παναθηναϊκού.
Ο Φώτης Ιωαννίδης δεν έγινε ”day 1” βασικός για τον Παναθηναϊκό. Έφαγε πάγκο, ανά διαστήματα έβλεπε την… πλάτη των Μακέντα και Καρλίτος, είχε τις εκλάμψεις του, όμως σταδιακά είχε μια πολύ προοδευτική εξέλιξη, για να φτάσει στο σημείο να γίνει αυτό που μετέπειτα μετατράπηκε. Και σταδιακά επίσης κέρδιζε την αγάπη και τον σεβασμό του κόσμου του Παναθηναϊκού. Την χρονιά που οι ”πράσινοι” διεκδίκησαν το πρωτάθλημα, τη σεζόν 2022-23, πολλοί έσπευσαν να τον παρομοιάσουν με τον Ολιζαντέμπε, για την κρισιμότητα των τερμάτων που πετύχαινε και για το… κρύο αίμα του τις δύσκολες στιγμές. Το αξιομνημόνευτο πέναλτι που κέρδισε από τον Άβιλα στο 96ο λεπτό του αγώνα με τον Ολυμπιακό στη Λεωφόρο, του έδωσε το απαραίτητο καύσιμο, κυρίως ψυχολογικά, ώστε για πολύ καιρό κάθε επαφή του να ξεχειλίζει από αυτοπεποίθησή σου, κάθε κίνησή του να συνδυάζει την ουσία και την φαντασία και τα γκολ του να δίνουν κρίσιμους βαθμούς.
Την επόμενη χρονιά, ο Φώτης Ιωαννίδης είχε ήδη γίνει παίκτης – είδωλο για τον κόσμο του Παναθηναϊκού, οι φανέλες του έγιναν ανάρπαστες σε μικρούς – και μεγάλους – φίλους του συλλόγου και ο ίδιος το 2023-24, κατάφερε να συνδυάσει αρμονικά την ταπεινότητα με το ”σταριλίκι”. Σε κάθε γκολ που πανηγύριζε ο Φωτάρας, έβλεπες στο πρόσωπό του την σιγουριά, την αυτοπεποίθηση, την εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Είχε αυτή την πραότητα, που δεν συναντάς ούτε σε φορ παγκόσμιας κλάσης. Σκόραρε 2 γκολ στο Φάληρο με τον Ολυμπιακό, σκόραρε στη Μασσαλία και έπειτα με την Βιγιαρεάλ στο ΟΑΚΑ, έκανε… φύλλο και φτερό την άμυνα της ΑΕΚ, σε μια από τις πιο γεμάτες εμφανίσεις που μπορεί κανείς σε έναν παίκτη στο 2-1 των Play Off και απλώς κουνούσε το δάχτυλο με τόσο δεικτικό τρόπο. ”Εγώ είμαι”, έλεγε στον κόσμο του Παναθηναϊκού και αυτοί παραληρούσαν μαζί του. Κάπου εκεί, η χρηματιστηριακή του αξία του έφτασε στον… Θεό και ήδη οι πρώτες κρούσεις από τα μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους, με αστρονομικά – για τα δεδομένα της Superleague – ποσά.
Κάπου εκεί, άρχισε το πρώτο κύμα συντονισμένου… πολέμου για τον Ιωαννίδη. Τον Απρίλιο του 2024, άρχισαν να κυκλοφορούν ανυπόστατες φήμες περί ντόπινγκ, την ώρα που το πρωτάθλημα ήταν στην πιο κρίσιμη καμπή του και εκείνος βρισκόταν σε συγκλονιστική κατάσταση και έδειχνε να μην σταματιέται. Ταυτόχρονα σχεδόν, η σχέση του με την Ελένη Βουλγαράκη έγινε αντικείμενο χλευασμού, ηλίθιων σχολίων και ξαφνικά η καθημερινότητά του και το lifestyle του έγινε θέμα συζήτησης, την ώρα που ο ίδιος ποτέ δεν προσπάθησε να γίνει μέρος όλου αυτού. Μετά την ήττα από τον Άρη στη Λεωφόρο, το περιβόητο βίντεο που έγινε viral με την απάντηση ”Εγώ δεν τιμάω το τριφύλλι;” σε οπαδό που στράφηκε εναντίον του, ήταν μια πρώτη γεύση για τη νευρικότητα, που σιγά σιγά αρχίζει και γίνεται χαρακτηριστικό του Έλληνα φορ, ο οποίος είχε τόσα να διαχειριστεί και ξέσπασε.
Το επόμενο καλοκαίρι ήρθαν προτάσεις κοντά στα 30 εκατομμύρια από ευρωπαϊκά κλαμπ, όμως ο Παναθηναϊκός επέλεξε να μην τον παραχωρήσει. Ο Φώτης την περσινή σεζόν, έπαιζε κάτω από το βάρος αυτών των προτάσεων και θέλοντας να αποδείξει πως τα αξίζει. Το στυλ παιχνιδιού, ειδικά με τον Ντιέγκο Αλόνσο, τον χαντάκωσε, κάθε παιχνίδι που κυλούσε χωρίς γκολ του δημιουργούσε έξτρα βάρος και μεγάλη πίεση, με αποτέλεσμα ο Φώτης να μπει σε εντελώς διαφορετικά τρυπάκια. Νεύρα, διαμαρτυρίες, μανούρες με αντιπάλους – αλλά και συμπαίκτες – και από ουσία πολύ λίγα πράγματα. Η παραγωγικότητά του έμεινε σε πολύ χαμηλά στάνταρ και ξαφνικά οι ίδιοι οι οπαδοί των ”πράσινων” άρχισαν να μουρμουράνε, με σχόλια για τη Βουλγαράκη, για τα 30 εκατομμύρια – λες και έπαιρνε ο ίδιος ο Φώτης 30 εκατομμύρια – και να του βάζουν ακόμα μεγαλύτερη ”θηλιά” στον λαιμό.
Ήταν πλέον ξεκάθαρο πως ο χρόνος του Ιωαννίδη στον Παναθηναϊκό έχει αρχίσει να μετράει αντίστροφα. Και εφόσον βρέθηκε μια πρόταση 25 εκατομμυρίων από την Σπόρτινγκ, ήταν μονόδρομος να γίνει, ώστε να επωφεληθούν και οι δύο μεριές. Μην μου πείτε ”Μην χαίρεσαι γιατί τα λεφτά δεν θα επενδυθούν, αλλά θα τα τσεπώσει ο Αλαφούζος”. Αναδεικνύω τι είναι ποδοσφαιρικά ορθό, ασχέτως με το πού θα δαπανηθούν τα χρήματα. Για τον ίδιον πάντως, είναι μια τεράστια ευκαιρία να απομακρυνθεί από την τοξικότητα και να πάει σε ένα πρωτάθλημα που θα τον βοηθήσει να κάνει ένα…restart και να εξελίξει τα ήδη τρομακτικά χαρακτηριστικά του. Και για τον κόσμο του Παναθηναϊκού, είναι καλό που η σχέση των δύο πλευρών δεν θα φθαρεί άλλο και άπαντες θα θυμούνται τον Ιωαννίδη όπως του αξίζει: Σαν ΦΩΤΑΡΑ.